VOLOS- ΒΟΛΟΣ | EVARISTO AND GIORGIO DE CHIRICO - ΕΒΑΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΝΤΕ ΚΙΡΙΚΟ

EVARISTO AND GIORGIO DE CHIRICO
ΕΒΑΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΝΤΕ ΚΙΡΙΚΟ


O μηχανικός και ο ζωγράφος

The engineer & the artist


Δύο ξεχωριστοί άνθρωποι, πατέρας και γιος, συνέδεσαν τα ονόματά τους με την πόλη του Βόλου. Ο ένας άφησε κληρονομιά το σιδηρόδρομο -και έναν από τους ομορφότερους σταθμούς στην Ελλάδα- και ο άλλος μια σειρά από αριστουργηματικά ζωγραφικά έργα ελληνικής έμπνευσης, που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σπουδαιότερους δημιουργούς του 20ού αιώνα.

Two distinguished personalities – a father and son – became associated with the city of Volos: one for leaving behind a railroad and one of the country’s most beautiful railway stations, and the other for a series of masterpieces inspired by Greece that established him as one of the 20th century’s greatest artists. (scroll down for the full english text)

Κείμενο/ Text: Ελευθερία Αλαβάνου/ Eleftheria Alavanou
WWW.IML.GR, © Archivio fotografico, Fondazione Giorgi o e Isa de Chirico, Roma


01. Ο σιδηροδρομικός σταθμός του Βόλου, σχεδιασμένος από τον Εβαρίστο ντε Κίρικο, είναι ένα κόσμημα της πόλης που δέχεται κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες

«Ο πατέρας μου, όπως και πολλοί άλλοι στην εποχή του, ήταν το ακριβώς αντίθετο των περισσότερων σημερινών ανδρών, που τους λείπουν οι στόχοι και ο χαρακτήρας, είναι
ανίκανοι, αγενείς, καιροσκόποι και γεμάτοι βλακεία». O Τζόρτζιο ντε Κίρικο περιγράφει τον πατέρα του με φράσεις καθαρές. Με εκτίμηση και πολλή αγάπη. «Ήταν ένας πολύ καλός μηχανικός. Είχε περίτεχνο γραφικό χαρακτήρα, σχεδίαζε, είχε μουσικό αυτί, ήταν προικισμένος με παρατηρητικότητα και χιούμορ, μισούσε την αδικία, αγαπούσε τα ζώα,
συμπεριφερόταν με αλαζονεία στους ισχυρούς και ήταν πάντα έτοιμος να προστατεύσει τους αδύναμους».

Βλέποντας τον Εβαρίστο ντε Κίρικο σε παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, με στητό κορμί, λευκή γενειάδα, καλοντυμένο, με ημίψηλο καπέλο και μπαστούνι, μοιάζει να έχει αφομοιώσει πλήρως όλη την αίγλη του κόσμου μέσα στον οποίο γαλουχήθηκε – ενός κόσμου όμορφου και ταυτόχρονα στρυφνού, με αυστηρές αξίες, έντονη κοινωνική διαστρωμάτωση, αλλά και σεβασμό προς τη μόρφωση και την καλλιέργεια. 

02 «Αρχαιολόγοι», 1968 (Ρώμη, Ίδρυμα Τζόρτζιο και Ίζα ντε Κίρικο).
Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1841, ο Εβαρίστο ήταν ένας Ιταλός αριστοκρατικής καταγωγής, με ισπανικές και γαλλικές ρίζες από την πλευρά της μητέρας του, που στα 18 του βρέθηκε στην Τοσκάνη για να σπουδάσει στο φημισμένο Florentine Technical Institute, ενώ (όπως αναφέρει ο ίδιος στο βιογραφικό του σημείωμα) μετά τις σπουδές του
δούλεψε στην κατασκευή σιδηροδρόμων σε πολλές περιοχές της Ευρώπης και των Βαλκανίων, από την Μπολόνια και την Καλαβρία μέχρι την Αδριανούπολη, τη Σόφια και τη Θεσσαλία. Η σχέση του με την Ελλάδα ήταν στενή, καθώς ο Εβαρίστο ντε Κίρικο ήταν υπεύθυνος ενός από τα μεγαλύτερα αναπτυξιακά έργα που σφράγισαν τον εκμοντερνισμό της· και αυτό δεν είναι άλλο από τον θεσσαλικό σιδηρόδρομο, αλλά και τη γραμμή Βόλου-Μηλεών, πάνω στην οποία κυλούσε το θρυλικό τρενάκι του Μουντζούρη. Παράλληλα, ήταν και ο δημιουργός του σιδηροδρομικού σταθμού του Βόλου, κτιρίου που ξεχωρίζει μέχρι σήμερα για τη νεοκλασική αρχιτεκτονική του, τις διακοσμητικές λεπτομέρειες και το έντονο κίτρινο χρώμα του, στοιχεία που μόνο ένας Ιταλός αστός της παλιάς σχολής μπορούσε να συνδυάσει τόσο αρμονικά. Με αυτόν τον άνδρα, που ενσάρκωνε ένα υψηλών προδιαγραφών πρότυπο (και έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα το 1905), μεγάλωσε ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο, ο μεγάλος ζωγράφος του μεταφυσικού ρεύματος (Pittura metafisica) που συγκαταλέγεται στους σπουδαίους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα. Ο Τζόρτζιο γεννήθηκε το 1888 στον Βόλο και έζησε μακρό βίο, αφού πέθανε σε ηλικία 90 ετών στη Ρώμη.

01 Η οικογένεια Ντε Κίρικο στο σπίτι του Βόλου, το 1897. Εβαρίστο ντε Κίρικο, Τζέμα Τσερβέτο, Τζόρτζιο και Αντρέα (γνωστός αργότερα ως Α λμπέρτο Σαβίνιο).  Φωτογραφία του Στέφανου Στουρνάρα (Archivio Fotografico Fondazione Giorgio e I sa de Chirico, Roma). 02 Ο Τζόρτζιο ν τε Κίρικο στο Παρίσι, στο ατελιέ του στην οδό Meissonier, τον Νοέμβριο του 1929. Φωτογραφία: Lipnitzki. 03 Bόλος, οδός Δημητριάδος, 1905. Φωτογραφία του Στέφανου Στουρνάρα (Αρχείο Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου). 04 O Τζόρτζιο ν τυμένος τσολιαδάκι. Φωτογραφία Γεωργίου Φεχτζή (Archivio Fotografico Fondazione Giorgio e I sa de Chirico, Roma).
Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (υπό την καθοδήγηση των ζωγράφων Γ. Ιακωβίδη και Γ. Ροϊλού), στη Φλωρεντία και στο Μόναχο (όπου διάβασε Νίτσε και Σοπενάουερ), ενώ έζησε και στο Μιλάνο, στο Παρίσι και στη Ρώμη. Στο ευρύ κοινό είναι περισσότερο γνωστός για τα έργα που δημιούργησε μεταξύ του 1909 και του 1919. Η απήχηση που είχε στην εικαστική (και όχι μόνο) σκηνή ήταν πολύ σημαντική, με τους σουρεαλιστές (και δη τον Αντρέ Μπρετόν) να είναι οι πρώτοι που επηρεάστηκαν από τις ανορθολογικές εικόνες που παρουσίαζε στους πίνακές του: από τα τσαμπιά με μπανάνες που στέ κονται πεταμένα δίπλα σε ένα γυμνό σώμα ή από μια αρχαιοελληνική
προτομή κρεμασμένη –εντελώς παράταιρα– δίπλα σε ένα χειρουργικό γάντι, ενώ στο βάθος διακρίνεται ένα τρένο που προχωράει ξεφυσώντας καπνούς. Άραγε το συγκεκριμένο τρένο να ξεπήδησε από το υποσυνείδητο του Τζόρτζιο και να βρήκε μια θέση στη ζωγραφική του, για να μας υπενθυμίζει ότι το εικονογραφικό σύμπαν μέσα στο οποίο μεγάλωσε ο καλλιτέχνης ήταν γεμάτο ατμομηχανές, γέφυρες και τρένα, απότοκο
της δουλειάς του πατέρα του; Ίσως. Ίσως, πάλι, ο Εβαρίστο ντε Κίρικο έμεινε να συντροφεύει με αυτόν τον συμβολικό τρόπο τον γιο του, ακόμα και μετά το θάνατό του. Μεταμφιεσμένος σε ένα τρένο εν κινήσει, που ξεφυσάει καπνό και μένει διακριτικά στο περιθώριο του κάδρου, αφήνοντας την τέχνη του ενήλικου Τζόρτζιο να λάμψει και να τον ξεπεράσει.


01 The Volos Railway Station, designed by Evaristo de Chirico is a jewel of the city that receives thousands of visitors every year.
Giorgio de Chirico was very clear about who his father was: “Myfather, like many men of that time, was the exact opposite of most men of today, who lack a sense of direction and any character, who are unskilled, incapable and, on top of everything else, unchivalrous,
highly opportunist and full of stupidity.” The elder de Chirico,his son insisted, was a man of talents and virtues: “He was a very good engineer and had very fine handwriting; he drew, had a good ear for music and possessed the gifts of observation and irony. He hated injustice, loved animals, treated the rich and powerful in a lofty manner, and was always
ready to protect and help the weak and the poor.”

02 “Archeologi” (The Archaeologists), 1968 (Archivio Fotografico Fondazione Giorgio e Isa de Chirico, Roma)

Born in 1841, Evaristo de Chirico was an Italian civil engineer of noble 
Sicilian ancestry, with Spanish and French roots. At the age of 18, he moved to Tuscany to study at the famed Florentine Technical Institute, after which – sources state – he went on to work on railway construction projects in different parts of Europe and the Balkans, including Bologna, Calabria, Adrianoupolis (today known as Edirne), Sofia, and Thessaly. In the surviving images we have of him, he cuts quite a figure.

Seeing him today in old photographs, dressed in black, with a firmly- toned body, a white beard, top hat and cane, he seems to fully encapsulate all the glamor of the pre-war period in which he was raised – a world full of beauty yet simultaneously straight-laced, with strict values and strong social stratification, but also with respect for education and culture.

01 The de Chirico family in their home in Volos, 1897. Evaristo de Chirico, Gemma Cervetto, Giorgio and Andrea (later known as Alberto Savinio). Photo by Stefanos Stournaras. (Archivio Fotografico Fondazione Giorgio e Isa de Chirico, Roma) 02 Giorgio de Chirico in Paris, at his Rue Meissonier studio in November 1929. Photo: Lipnitzki. 03 Volos, Dimitriados Street,1905. Photo by Stefanos Stournaras (Municipal Center for Historical Research and Documentation) 04 Giorgio, dressed as a traditional tsolias (Archivio Fotografico Fondazione Giorgio e Isa de Chirico, Rome) 

Giorgio de Chirico was born in Volos, Central Greece, in 1888, and spend his childhood there, while Evaristo de Chirico managed one of the largest development projects marking Greece’s modernization, the Thessaly Railway. “I remember my father in Greece, when I was still a child.

On the walls of the railway engineers’ office, among photographs of locomotives and railway bridges, hung two large portraits of King Umberto and Queen Margherita [of Italy] in carved wooden black frames,” Giorgio recalls. During this time, the elder de Chirico was also responsible for the Volos-Milies line, along which ran the legendary Moutzouris, the Pilio steam train that still runs on a major part of the line.

In addition, Evaristo de Chirico designed the Volos Railway Station, a building that exemplifies the geometric architectural style. Its focus on triangles, its eloquent details and its deep yellow shades are all elements that only an old-school Italian bourgeois like de Chirico could have combined so harmoniously.

It was this inspiring example of a man who raised one of the great artists of the 20th century – Giorgio de Chirico, the master of the genre known as Pittura Metafisica (Metaphysical Art). Giorgio studied at the Athens School of Fine Arts (under the guidance of painters Georgios Iakovidis and Georgios Roilos), and then in Florence and Munich (where he also studied Nietzsche and Schopenhauer).

He also spent time in Milan, Paris and Rome. He is more familiar to the public for the work he created between 1909 and 1919. The younger de Chirico was himself a man who, willingly or not, was fated to surpass the legacy of his father.

The appeal of Giorgio de Chirico’s work is timeless, particularly for other artists. The surrealists (Andre Breton in particular) were the first to be influenced by the bizarre juxtaposition of images found in his paintings: the bunch of bananas standing discarded beside a female statue (L’Incertitude du Poète - The Uncertainty of the Poet, 1913), the sculpted head of an ancient Greek statue hanging beside a surgeon’s glove above a green ball (Le Chant d’Amour - The Song of Love, 1914) and, in that same painting, the outline of a train chugging along in the background. Is this perhaps the famous Pilio train, springing out of Giorgio’s memories to find a place in the painting?

It’s possible. However, the Moutzouris steam engine was always known for its black smoke, while in this painting the smoke rising from the locomotive is pure white, almost childlike in its simplicity. So maybe the train is not the old Moutzouris, but is instead any kind of train, put there to remind Giorgio’s audience that, thanks to his father, the universe in which the artist grew up was filled with steam engines, bridges and train cars.

Or it might be a way of showing how Evaristo de Chirico, who died in Athens in 1905, remained present in his son’s life, guiding him in this symbolic way. Perhaps the train represents the old engineer himself, happily puffing out white smoke while moving discreetly in the margins of the frame, content to watch his now-adult artist son Giorgio shine.

Popular Posts